Κλεψυδρα

Κι εγώ; Ποια πόλη είναι αυτή εδώ; Ποιο το όνομά της; Ποτέ δεν μπορώ να θυμηθώ. Πώς λένε τόυτα τα νερά; Το όνομά μου; Όχι δεν ξέρω. Δεν κατάφερα να το πω. Ξεχασμένος από τους Θεούς κείτομαι εδώ αιώνια. Σ’ αυτήν την έρημη ακτή έριξε ο χρόνος τα δεσμά του. Ακάλυπτα τα κόκαλά μου δέχονται το φως του ήλιου κάθε μέρα. Κάθε νύχτα μιλάω με τα άστρα. Δεν απαντούν. Δεν αλλάζουν. Τίποτα δεν κινείται. Απόλυτη σιωπή. Δεν υπάρχει ήχος εδώ. Δεν φαίνεται η φωνή μου. Εγώ μιλάω μα ήχος εδώ δεν βγαίνει. Μουγκά κύματα και ακίνητα φύλλα. Πάντα οι ίδιοι κόκοι άμμου κάτω από τα πόδια μου. Πάντα τα ίδια αστέρια με κοιτούν. Κι εγώ; Εγώ κινούμαι. Αλλά δεν πάω. Μόνο μέσα στο κεφάλι μου ζω. Μα δεν υπάρχω. Μόνο εκεί θα μπορούσα να ζω. Εγώ που ονειρέυτηκα τον ήλιο. Εγώ που θα έφτανα πλανητες με τα δάχτυλά μου βρίσκομαι εδώ. Όλα απαράλαχτα. Στάσιμα όλα. Δεν έχει διέξοδο. Ξεχασμένος από τους Θεούς. Έχω σταματήσει να προσπαθώ να ξεδιαλύνω το αίνιγμα. Δεν υπάρχει λύση. Μια πλάνη μόνο. Αυτό είναι. Ένα περίεργο παιχνίδι κι εγώ δεν μπορώ να καταλάβω τους κανόνες του. Μάλλον δεν είναι να παίξω εγώ. Μάλλον εγώ είμαι μέσα στο παιχνίδι. Ναι αυτό είναι. Η συνειδητοποίηση αυτή μου δίνει κάποια ηρεμία. Τώρα το ξέρω. Ξεχασμένος από τους Θεούς κείτομαι εδώ. Αιώνια Στάση. Ο Παρατηρητής. Αυτό είμαι. Βλέπω άλλους να ζουν την ζωή μου. Τελευταία κάνω συχνά αυτήν την σκέψη. Είναι τρελή αλλά όλο γυρίζει πίσω και γαργαλάει την γλώσσα μου. Δεν την έχω ξεστομίσει ακόμα. Ίσως ποτέ να μην έζησα. Να μην ήταν να ζήσω. Κι όμως. Πιστεύω ότι υπάρχει ένα μεγαλείο. Ότι περιμένει. Από στιγμή σε στιγμή θα ξεκινήσει μια πελώρια μηχανή και θα κινήσει τα πάντα. Θα με κινήσει. Θα με πάρει από εδώ. Ελπίζω και πιστεύω. Τίποτα δεν μένει ίδιο για πάντα. Το μεγαλείο περιμένει. Περιμένει και αυτό ακίνητο να βρει το θάρρος να με αγγίξει. Ποιος ξέρει; Ίσως να φοβάται. Ελπίζω. Η Γη θα αρχίσει να γυρίζει ξανά. Τα ημερολόγια θα ξεφυλλίζονται. Οι μέρες θα έχουν ονόματα. Περιμένω και ελπίζω. Θα γίνω παντοτινός. Αειθαλής. Θα αρχίσουν να ενεργοποιούνται τα νεύρα στο σώμα μου. Θα καταφέρω επιτέλους να σηκωθώ. Να δω που βρίσκομαι. Και το βλέμμα μου θα χαθεί στον ορίζοντα. Και πιο πέρα. Πέρα από το σημείο που η θάλασσα συναντά τον ουρανό, το σημείο που δεν έχει όνομα. Την κλειδαριά του κόσμου. Θα την ανοίξω. Και θα χυθώ έξω. Ολόκληρος νερό. Με το φως των αγγέλων όταν χορεύουν. Και όλα θα είναι μικρά από εκεί. Και δεν θα είναι δύσκολο. Και δεν θα είναι σκληρό. Θα εξελίσσομαι. Και θα ζω. Την δική μου ζωή. Αυτό ελπίζω. Και οι άλλοι θα είναι πίσω. Εκεί που ήμουν θα είναι τώρα αυτοί. Αυτό ελπίζω. Να γίνω ο ήλιος ελπίζω. Αυτό ελπίζω. Αυτό ξέρω.